αἰτιατικός

αἰτι-ᾱτικός, ή, όν,
A causal, Sch.Il. 23.627.
2 Astrol., noxious,

τόπος Vett.Val.208.10

.
II ἡ αἰ. (sc. πτῶσις) accusative case, indicating the thing caused by the vb., Stoic.2.59, D.T.636.6, A.D.Pron.11.9, etc. Adv. -κῶς in the accusative, Sch.E.Ph.470.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰτιατικός — causal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτιατικός — ή, ό (Α αἰτιατικός, ή, όν) [αἰτιατός] νεοελλ. αρχ. (το θηλυκό ως ουσ.) η αιτιατική* μσν. 1. αιτιώδης 2. αυτός που διατυπώνει κατηγορία 3. επίρρ. αἰτιατικῶς κατ’ αιτιατική …   Dictionary of Greek

  • αἰτιατικῶν — αἰτιατικός causal fem gen pl αἰτιατικός causal masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικόν — αἰτιατικός causal masc acc sg αἰτιατικός causal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικαῖς — αἰτιατικός causal fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικαί — αἰτιατικός causal fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικοί — αἰτιατικός causal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικοῦ — αἰτιατικός causal masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικούς — αἰτιατικός causal masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικῆς — αἰτιατικός causal fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιατικῇ — αἰτιατικός causal fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.